Με τον ήλιο και το φεγγάρι να σβήνουν,
ταξίδι στη θάλασσα των σκιών ξεκινά.
Η άρκτος θα κοιτά τη νεκρική πυρά.
Το σώμα τοποθετείται σε πέτρινο τάφο.
Πίσω από το πέπλο ακούγεται ο λυγμός της Γης,
του θέρους το φως εξαφανίζεται,
σε βάρκα μπαίνει το πνεύμα της δρυός,
χειμώνας και φθινόπωρο νικούν ξανά.
Θα επιστρέψω.
Θα έρθω πίσω.
Όταν αδύναμα θα είναι τα πνεύματα του χειμώνα.
Θα γυρίσω σπίτι.
Κάτω απ’ το χώμα, ο κρυφός κόσμος,
πίσω από τα σύννεφα προς τη δύση,
τελειώνει της βάρκας το μακρύ ταξίδι,
όπου χειμώνας και φθινόπωρο γλεντούν.
Κρύο και σκοτάδι έχει στα βαθιά,
μόνο οι σκιές μεγαλώνουν εκεί,
το σκοτεινό πλάσμα βρίσκεις εκεί,
τους σκοτεινότερους τρόμους.
Θα επιστρέψω.
Θα έρθω πίσω.
Όταν αδύναμα θα είναι τα πνεύματα του χειμώνα.
Θα γυρίσω σπίτι.
Οι νεκροί αναπαύονται σε ρούχα λευκά,
πίσω από βαριές κρύες πέτρινες πόρτες,
μα αν ακούσεις τη στρατιά των νεκρών,
καμιά φορά τους ακούς να τραγουδούν.
Οι νεκροί αναπαύονται σε ρούχα λευκά,
πίσω από βαριές κρύες πέτρινες πόρτες,
μα αν ακούσεις τη στρατιά των νεκρών,
καμιά φορά τους ακούς να τραγουδούν.
Θα επιστρέψω.
Θα έρθω πίσω.
Όταν αδύναμα θα είναι τα πνεύματα του χειμώνα.
Θα γυρίσω σπίτι.
